κοροϊδεύω
ρήμα1. Κάνω ή εκφράζω λόγια, σχόλια ή συμπεριφορά με σκοπό να προκαλέσω γέλιο εις βάρος κάποιου, να τον εκθέσω ή να μειώσω την αξιοπρέπειά του.
Συνώνυμα
εμπαίζω χλευάζω σκωπτίζω κράζω περιγελώ πειράζω σατιρίζω παρωδίζω γελοιοποιώ τρολάρω ξεγελώ γελώ κατακρίνω χαριτολογώ παίζω αστειεύομαι αποπροσανατολίζω κακολογώ παραμυθιάζω παραπλανώ εξαπατώ εξευτελίζω ταπεινώνω υποτιμώ απαξιώνω υβρίζω προσβάλλω θάβω καταφρονώ παγιδεύω παραπληροφορώ σνομπάρω πληγώνω υποτιμάω βρίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνάντησή μας, συχνά κοροϊδεύω τον φίλο μου για τα αστεία του.
- Ποτέ δεν κοροϊδεύω ανθρώπους μπροστά σε κοινό, γιατί τους πληγώνει.
- Όταν δίνω ψεύτικες υποσχέσεις, συνειδητοποιώ ότι κοροϊδεύω τους άλλους.
- Μην νομίζεις πως κοροϊδεύω. Το εννοώ.
- Κάποιες φορές κοροϊδεύω τον εαυτό μου για να ξεπεράσω το άγχος.