αμφιβάλλω
ρήμα1. Δηλώνω ή νιώθω αβεβαιότητα για την αλήθεια, την εγκυρότητα ή την αξιοπιστία μιας πληροφορίας, δήλωσης ή πεποίθησης.
2. Διστάζω να αποδεχτώ, εμπιστευτώ ή ενεργήσω βάσει ενός ισχυρισμού ή μιας υπόσχεσης λόγω έλλειψης βεβαιότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πιστεύω σκέφτομαι θεωρώ στοιχηματίζω σιγουρεύω διαβεβαιώνω σιγουρεύομαι βασίζομαι διαπιστώνω προσδοκώ συμπεραίνω πείθομαι ποντάρω εμπιστεύομαι αποδέχομαι βεβαιώνομαι βεβαιώνω επιβεβαιώνω υποστηρίζω δέχομαι ξέρω βρίσκω ελπίζω αποφασίζω αναγνωρίζω προσδιορίζω υπολογίζω αναμένω καθησυχάζομαι κατασταλάζω προβλέπω εννοώ κρίνω καθορίζω προσβλέπω συνάγω
Παραδείγματα χρήσης
- Αμφιβάλλω ότι θα έρθει αύριο.
- Δεν αμφιβάλλω για την καλή του πρόθεση.
- Αμφιβάλλω για την ακρίβεια αυτών των στοιχείων.
- Αμφιβάλλω αν θα καταφέρουμε να τελειώσουμε εγκαίρως.
- Πολλές φορές αμφιβάλλω για τις αποφάσεις μου.