σοβαρολογώ

ρήμα

1. Μιλάω ή εκφράζομαι με σοβαρότητα και χωρίς αστειότητες, παρουσιάζοντας απόψεις ή πληροφορίες με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα.

2. Αντιμετωπίζω ή συζητώ ένα θέμα με προσοχή και έμφαση στην ακρίβεια και τη συνέπεια, χωρίς ελαφρότητα ή χλευασμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν σοβαρολογώ, το εννοώ πραγματικά.
  • Όταν σοβαρολογώ, περιμένω να με ακούσετε.
  • Τώρα σοβαρολογώ, δεν είναι αστείο.
  • Σου λέω την αλήθεια, σοβαρολογώ.
  • Ακόμα κι αν ακούγεσαι σκεπτικός, σοβαρολογώ για τα σχέδιά μου.