επιχορηγώ
ρήμαΔίνω χρήματα, πόρους ή οικονομική ενίσχυση σε πρόσωπο, φορέα ή έργο για να υποστηριχθεί η λειτουργία ή η υλοποίησή του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το υπουργείο θα επιχορηγώ το νέο θεατρικό φεστιβάλ με 50.000 ευρώ.
- Ο δήμος επιχορηγώ την ανακαίνιση του παιδικού σταθμού.
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχορηγώ μικρές επιχειρήσεις για να επενδύσουν στην καινοτομία.
- Ο σύλλογος επιχορηγώ την έκδοση του βιβλίου με τα έσοδα από την εκδήλωση.