κατηγορώ
ρήμα1. Αποδίδω σε κάποιον την ευθύνη ή την ενοχή για μια πράξη, γεγονός ή παράπτωμα, διατυπώνοντας ότι εμπλέκεται σε αδίκημα ή σφάλμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον κατηγορώ για απάτη στην εταιρεία.
- Συχνά κατηγορώ τον εαυτό μου για τα λάθη μου.
- Δεν κατηγορώ κανέναν πριν ακούσω όλα τα στοιχεία.
- Στη δίκη κατηγορώ δημόσια όσους παραβιάζουν το νόμο.
- Τη ρητορική τους κατηγορώ ως υποκριτική.