φιμώνω

ρήμα

1. Καλύπτω με φιμώτρο, πανί, ταινία ή άλλο μέσο το στόμα κάποιου, ώστε να τον εμποδίσω από το να μιλήσει ή να αναπνεύσει ελεύθερα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φύλακας φιμώνει τον κρατούμενο με ταινία.
  • Οι νέοι νόμοι φιμώνουν την κριτική στα μέσα ενημέρωσης.
  • Η εταιρεία προσπάθησε να φιμώσει τον μάρτυρα με νομικά μέτρα.
  • Σπάνια φιμώνω φίλους μου, ακόμα κι όταν διαφωνώ μαζί τους.
  • Η λογοκρισία φιμώνει τις φωνές των μειονοτήτων.