αμφισβητώ
ρήμα1. Εκφράζω αμφιβολία για την αλήθεια, την εγκυρότητα ή την αξιοπιστία ενός ισχυρισμού, γεγονότος ή προσώπου.
2. Θέτω υπό αμφισβήτηση την ορθότητα, τη νομιμότητα ή την εξουσία μιας απόφασης, πράξης ή δήλωσης, απαιτώντας τεκμηρίωση ή επανεξέταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αποδέχομαι δέχομαι συμφωνώ επιβεβαιώνω επαληθεύω βεβαιώνω διαπιστώνω διασταυρώνω πιστοποιώ συμπεραίνω τεκμηριώνω υποστηρίζω εμπιστεύομαι θεωρώ στοιχηματίζω σιγουρεύω ισχυρίζομαι διαβεβαιώνω σιγουρεύομαι βεβαιώνομαι βασίζομαι εγγυώ πείθομαι πιστεύω παραδέχομαι αναγνωρίζω υιοθετώ επικυρώνω προσδιορίζω προσκυνώ στηρίζω συγκατατίθεμαι συνάγω υπακούω υπερασπίζομαι υπερασπίζω υποκλίνομαι βρίσκω εκτιμώ αποδεικνύω προσλαμβάνω ομολογώ αναμένω δικαιολογώ εδραιώνω ενστερνίζομαι προσυπογράφω συμμερίζομαι συνηγορώ συντάσσομαι επικροτώ ερμηνεύω καθορίζω υποδεικνύω υποτάσσομαι γνωρίζω ακολουθώ αγγίζω σέβομαι θαυμάζω ανακηρύσσω επιδοκιμάζω
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν αμφισβητώ ότι προσπάθησες, αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα.
- Αμφισβητώ την εγκυρότητα των στοιχείων που παρουσίασαν στη συνεδρίαση.
- Μετά από όσα είδα, αμφισβητώ την ειλικρίνεια των όσων είπε.
- Αμφισβητώ ότι αυτή η μέθοδος είναι κατάλληλη για το συγκεκριμένο πρόβλημα.
- Παρά τις εξηγήσεις, αμφισβητώ την αρμοδιότητά του να λαμβάνει τέτοιες αποφάσεις.