αμφισβητώ

ρήμα

1. Εκφράζω αμφιβολία για την αλήθεια, την εγκυρότητα ή την αξιοπιστία ενός ισχυρισμού, γεγονότος ή προσώπου.

2. Θέτω υπό αμφισβήτηση την ορθότητα, τη νομιμότητα ή την εξουσία μιας απόφασης, πράξης ή δήλωσης, απαιτώντας τεκμηρίωση ή επανεξέταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν αμφισβητώ ότι προσπάθησες, αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα.
  • Αμφισβητώ την εγκυρότητα των στοιχείων που παρουσίασαν στη συνεδρίαση.
  • Μετά από όσα είδα, αμφισβητώ την ειλικρίνεια των όσων είπε.
  • Αμφισβητώ ότι αυτή η μέθοδος είναι κατάλληλη για το συγκεκριμένο πρόβλημα.
  • Παρά τις εξηγήσεις, αμφισβητώ την αρμοδιότητά του να λαμβάνει τέτοιες αποφάσεις.