χλευάζω
ρήμα1. Εκφράζω με λόγια, τόνο ή συμπεριφορά περιφρόνηση και ειρωνεία απέναντι σε πρόσωπο, ομάδα ή ιδέα, με σκοπό να την κάνω να φαίνεται γελοία ή ασήμαντη.
Συνώνυμα
κοροϊδεύω εμπαίζω περιγελώ γελοιοποιώ κράζω ξεφτιλίζω παρωδίζω σαρκάζω τρολάρω υβρίζω διακωμωδώ εξευτελίζω προσβάλλω υποτιμώ απαξιώνω γελώ κατακρίνω ταπεινώνω βρίζω εξουθενώνω ξεσκίζω κακολογώ περιφρονώ κατακεραυνώνω αποδοκιμάζω επικρίνω καταριέμαι καταφρονώ υποβαθμίζω αστειεύομαι πληγώνω υποτιμάω διασύρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην παρέα, χλευάζω ελαφρά όποιον κάνει κάποιο αστείο λάθος.
- Ακόμα και σήμερα, χλευάζω την ιδέα ότι θα δουλέψει χωρίς σχέδιο.
- Στη συζήτηση, χλευάζω συστηματικά τις υπερβολικές υποσχέσεις των πολιτικών.
- Προσέχω να μην χλευάζω κάποιον που ντρέπεται, γιατί θα πληγώσω τα συναισθήματά του.
- Στον ελεύθερο χρόνο μου, συχνά χλευάζω τις παλιές μου αποφάσεις με χιούμορ.