γελοιοποιώ
ρήμα1. Κάνω κάποιον ή κάτι να φαίνεται γελοίος ή απαξιωμένος στα μάτια των άλλων, προκαλώντας γέλιο, περίγελο ή περιφρόνηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη σάτιρά μου, συχνά γελοιοποιώ πολιτικούς για να αναδείξω τις αντιφάσεις τους.
- Όταν αφηγούμαι δυσάρεστες στιγμές, μερικές φορές γελοιοποιώ τον εαυτό μου για να σπάσει η αμηχανία.
- Στις διαλέξεις μου προσπαθώ να γελοιοποιώ παραδείγματα λανθασμένης λογικής για να τα αποφεύγουν οι φοιτητές.
- Με συστηματική υπερβολή στις παραστάσεις μου γελοιοποιώ κοινωνικές συμπεριφορές για να προκαλέσω σκέψη.
- Φοβάμαι ότι με μια αδέξια ατάκα γελοιοποιώ τη δουλειά πολλών ανθρώπων.