εχθρεύομαι
ρήμα1. Δείχνω ή τρέφω εχθρική διάθεση προς πρόσωπο, ομάδα, ιδέα ή πράξη και τα εκλαμβάνω ως αντίπαλα ή επιβλαβή.
2. Εκφράζω μέσω λόγου ή πράξης αντίθεση που στοχεύει στην απομάκρυνση, υπονόμευση ή βλάβη του αποδέκτη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον εχθρεύομαι για όσα έκανε.
- Την αδικία εχθρεύομαι βαθιά.
- Ως πολίτης, εχθρεύομαι κάθε μορφή φασισμού.
- Προσπαθώ να μην εχθρεύομαι τους αντιπάλους μου, αλλά κάποιες φορές δεν τα καταφέρνω.
- Μερικές φορές εχθρεύομαι τον εαυτό μου για τις λανθασμένες επιλογές που έκανα.