συντάσσομαι
ρήμα1. Παίρνω θέση ή εκφράζω συμφωνία με κάποιον, με μια ιδέα ή με ένα αίτημα, συμπορευόμενος/συμφωνώντας μαζί του.
2. Εντάσσομαι σε ομάδα, κίνηση ή οργανισμό και δραστηριοποιούμαι μαζί με άλλους για κοινό σκοπό.
Συνώνυμα
συμφωνώ τάσσομαι συμπαρατάσσομαι προσχωρώ υποστηρίζω συστρατεύομαι ταυτίζομαι ενστερνίζομαι συμπορεύομαι συμμερίζομαι συσπειρώνομαι εντάσσομαι ενώνομαι συμβαδίζω συνηγορώ υιοθετώ ασπάζομαι στήνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συζήτηση για την παιδεία, συντάσσομαι με την άποψη ότι χρειάζονται αλλαγές.
- Στο ψήφισμα για την προστασία του πάρκου, συντάσσομαι.
- Όταν οι συνάδελφοι απεργούν, συντάσσομαι στο πλευρό τους.
- Στην πολιτική συζήτηση, συντάσσομαι με το προοδευτικό ρεύμα.
- Σε περιόδους κρίσης, συχνά συντάσσομαι με όσους προτείνουν ρεαλιστικές λύσεις.