σβήνω
ρήμα1. Προκαλώ τη διακοπή της καύσης ή της φλόγας σε αντικείμενο ή πηγή φωτός, ώστε να μην εκπέμπει πια φως ή θερμότητα.
Συνώνυμα
κατασβήνω διαγράφω απενεργοποιώ σβήνομαι απαλείφω αφαιρώ κλείνω αποσβήνω πνίγω σβέννω εξαλείφω πεθαίνω ξεχνάω σταματάω παύω καταλήγω ξεπληρώνω ακυρώνω αδρανοποιώ ακινητοποιούμαι αφανίζω εκλείπω εκμηδενίζω εξοφλώ μηδενίζω ξεκάνω ξεχρεώνω ξεψυχώ παύομαι τερματίζω αποπληρώνω εξασθενώ λιποθυμώ ξεγράφω εξαφανίζω κόβω σταματώ ξεχνώ συγχωρώ λήγω διορθώνω αναιρώ ανακόπτω αποθνήσκω απομακρύνω αποσύρω εξολοθρεύω εξουδετερώνω καταργώ λησμονώ παραλείπω συγκαλύπτω αποδυναμώνομαι εκκαθαρίζω κοπάζω ξενερώνω παραγκωνίζω συσκοτίζω εξαντλούμαι
Αντώνυμα
ανάβω ανοίγω ενεργοποιώ γράφω τρέχω βάζω χτυπώ λειτουργώ τραβάω ανεβάζω γυρίζω καίω καίγομαι αναπαράγω αποθηκεύω αποτυπώνω δημοσιεύω εκκινώ καταγράφω καταχωρώ σημειώνω σκαλίζω συντάσσω φουντώνω φωτίζω χαράσσω αναβιώνω αναγράφω αρχειοθετώ εγγράφω επανεκκινώ ανάπτω αναζωπυρώνω επαναφέρω εμφανίζω υπάρχω ακούγομαι ζω βγάζω ξεκινάω χρωστάω ανακαλύπτω εκρήγνυμαι κινώ διαρκώ ζωντανεύω παθιάζομαι παραθέτω προβάλλω ψήνω ανθίζω απεικονίζω εδραιώνω ενεργοποιούμαι ενθουσιάζω πυροδοτώ σημαδεύω δημιουργώ αναζωογονώ θυμάμαι εξηγώ αναφέρω γεννιέμαι αναπνέω αποκαλύπτω ονειρεύομαι ανανεώνω δημοσιοποιώ περιλαμβάνω φανερώνω διεγείρω εμψυχώνω κηρύσσω
Παραδείγματα χρήσης
- Πριν κοιμηθώ, σβήνω πάντα τα φώτα του δωματίου.
- Όταν παρκάρω, σβήνω τη μηχανή του αυτοκινήτου.
- Πριν φύγω από το τραπέζι, σβήνω πάντα τα κεριά.
- Όταν κάνω λάθος σε χειρόγραφο, σβήνω τις λέξεις με γόμα.
- Στον υπολογιστή, σβήνω τα αρχεία που δεν χρειάζομαι.