πνίγω

ρήμα

1. Εμποδίζω την αναπνοή ενός ανθρώπου, ζώου ή αντικειμένου που βρίσκεται μέσα σε νερό ή σε άλλο υγρό, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ζωή του.

2. Καλύπτω ή κλείνω κάτι τόσο ώστε να μην μπορεί να περάσει αέρας ή να κινηθεί ελεύθερα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μπορείς να πνίγω το ψάρι όταν το αφήσεις πολύ ώρα στο νερό.
  • Ο καπνός πνίγω το δωμάτιο και δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε.
  • Η στενή γραβάτα με πνίγω στον λαιμό.
  • Μην πνίγω τα συναισθήματά σου· μίλα ανοιχτά.
  • Ένιωσε ότι η δουλειά και οι υποχρεώσεις την πνίγω.
  • Τα κύματα θα πνίγω το μικρό σκάφος αν συνεχίσει να μπάζει νερά.