χρωστάω
ρήμα1. Έχω υποχρέωση να επιστρέψω ή να δώσω σε κάποιον χρήματα, αγαθά ή υπηρεσίες λόγω προηγούμενου δανεισμού, αγοράς ή συμφωνίας.
2. Οφείλω χάρη, ευγνωμοσύνη ή κάποια μορφή ανταπόδοσης σε κάποιον εξαιτίας προηγούμενης βοήθειας ή εύνοιας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σου χρωστάω χρήματα για το δάνειο που πήραμε μαζί.
- Σου χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ για τη βοήθεια.
- Σου χρωστάω μια μεγάλη συγγνώμη για το λάθος μου.
- Μου χρωστάω λίγες μέρες ξεκούρασης μετά από τόσο άγχος.
- Σου χρωστάω έναν καφέ, θα σε κεράσω την επόμενη φορά.