ξενερώνω
ρήμα1. Προκαλώ την απώλεια ενδιαφέροντος, ενθουσιασμού ή ευχαρίστησης σε κάποιον, κάνοντάς τον να χάσει τη διάθεση ή την προθυμία για κάτι.
2. Κάνω κάποιον να χάσει ερωτική ή αισθητική έλξη προς κάποιο πρόσωπο ή πράγμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ξενερώνω όταν κάποιος ακυρώνει τα σχέδια την τελευταία στιγμή.
- Με τέτοια σχόλια ξενερώνω και χάνεται η όρεξη για συζήτηση.
- Αν σου μιλήσω με απόλυτο τρόπο, φοβάμαι ότι ξενερώνω τους άλλους.
- Τον τελευταίο καιρό ξενερώνω εύκολα από μικροπράγματα.
- Όταν ανακαλύπτω ότι με κοροϊδεύουν, αμέσως ξενερώνω.