αναπνέω
ρήμα1. Εισπνέω αέρα και εκπνέω, πραγματοποιώντας μέσω των πνευμόνων την ανταλλαγή οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα, διαδικασία απαραίτητη για τη διατήρηση της ζωής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί αναπνέω βαθιά τον καθαρό αέρα.
- Μετά την έντονη άσκηση αναπνέω πιο γρήγορα.
- Όταν συγκεντρώνομαι, πρέπει να αναπνέω αργά για να ηρεμήσω.
- Όταν έμαθα τα καλά νέα, ξαφνικά αναπνέω με ανακούφιση.
- Σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον δεν αναπνέω, χρειάζομαι λίγο χώρο.