θυμάμαι
ρήμα1. Ανακαλώ στη μνήμη γεγονότα, πρόσωπα, εμπειρίες ή πληροφορίες, επαναφέροντας νοητικά εικόνες, λεπτομέρειες ή συναισθήματα του παρελθόντος.
2. Διατηρώ στη μνήμη μου κάποια πληροφορία ή εμπειρία ώστε να μην την ξεχάσω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν θυμάμαι πότε κλείσαμε το ραντεβού.
- Θυμάμαι όταν πηγαίναμε στο χωριό κάθε καλοκαίρι.
- Πρέπει να θυμάμαι να πάρω τα φάρμακά μου κάθε βράδυ.
- Κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι, θυμάμαι τα εφηβικά μου χρόνια.
- Αν και μεγαλώνω, θυμάμαι καθαρά τη φωνή της μητέρας μου.