αναβιώνω
ρήμα1. Φέρνω ξανά στη ζωή ή στην ενεργό λειτουργία πρόσωπο, οργανισμό ή πράγμα που είχε σταματήσει να υπάρχει ή να λειτουργεί.
2. Δίνω νέα ζωή, δραστηριότητα ή δημοτικότητα σε έθιμα, παραδόσεις, τέχνες, ιδέες ή πρακτικές που είχαν παρακμάσει.
Συνώνυμα
ξαναζωντανεύω ξαναζώ επαναζωντανεύω ζωντανεύω αναζωογονώ αναζωπυρώνω αναστήνω επαναφέρω επανενεργοποιώ ανανεώνω ξαναγίνομαι αναπολώ ανασταίνομαι επανεκκινώ αναπαριστώ επαναλαμβάνω αναστηλώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε καλοκαίρι ο σύλλογος προσπαθεί να αναβιώσει τα παλιά έθιμα του χωριού.
- Οι γιατροί κατάφεραν να αναβιώσουν τον ασθενή μετά την καρδιακή ανακοπή.
- Η παράσταση αναβιώνει σκηνές από την αρχαία τραγωδία.
- Η μυρωδιά του ψωμιού που έψηνε η γιαγιά αναβιώνει τις παιδικές μου αναμνήσεις.
- Η αναδρομική έκθεση αναβιώνει το πνεύμα της δεκαετίας του '70.