πεθαίνω
ρήμα1. Σταματώ να ζω· παύουν μόνιμα οι βιολογικές λειτουργίες ενός οργανισμού.
2. Παύω να λειτουργώ ή να παρέχω υπηρεσία, προσωρινά ή οριστικά (για μηχανές, συστήματα κ.ά.).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούς πέθανε χτες.
- Αν συνεχίσει έτσι, θα πεθάνει από εξάντληση.
- Πεθαίνω για τη σοκολάτα.
- Πεθαίνω να σε δω αύριο.
- Πεθαίνω από τη ζέστη.
- Με έκανε να πεθαίνω από τα γέλια.