διεγείρω

ρήμα

1. Προκαλώ αύξηση της δραστηριότητας ή της ευαισθησίας του νευρικού συστήματος ή άλλων οργάνων, με αποτέλεσμα εντονότερη αντίδραση ή έκκριση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με την εικόνα διεγείρω τις αισθήσεις του θεατή.
  • Στην ομιλία μου διεγείρω τα πάθη και προκαλώ έντονες αντιδράσεις.
  • Με την ανάλυση αυτή διεγείρω το ενδιαφέρον των φοιτητών.
  • Χρησιμοποιώντας το φάρμακο, διεγείρω το νευρικό σύστημα του ασθενούς.
  • Με τα νέα στοιχεία που βρήκα διεγείρω αγωγή εναντίον του υπευθύνου.
  • Με το άρθρο μου διεγείρω δημόσιο διάλογο για την πολιτική της πόλης.