απελευθέρωση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή πράξη με την οποία κάποιος ή κάτι απαλλάσσεται από φυλάκιση, καταπίεση ή δεσμά και αποκτά ελευθερία κινήσεων ή επιλογών.
Συνώνυμα
ελευθέρωση εκπομπή ελευθεροποίηση χειραφέτηση αποδέσμευση απεγκλωβισμός απαλλαγή αποφυλάκιση ανεξαρτησία λύση διαφυγή διάσωση σωτηρία απεμπλοκή λευτεριά απορρύθμιση ξεκόλλημα κυκλοφορία έκδοση διανομή ξεκλείδωμα αποδέσμωση λύτρωση απολύτρωση ξεδέσιμο ελευθερία αθώωση αποκόλληση αποσυμπίεση αποσυμφόρηση ξεμπέρδεμα
Αντώνυμα
σκλαβιά δουλεία υποδούλωση κράτηση συλλήψη δέσμευση κατοχή κατάληψη κατάσχεση κελί σύλληψη χειροπέδες δεσμός αλυσίδα λήψη λαβή δεσμά εγκλεισμός εγκλωβισμός ζυγός καταπίεση καταστολή κράτημα μπλόκο σαγήνη υποτέλεια φυλάκιση αιχμαλωσία αναχαίτιση αρπαγή καθήλωση ομηρία πιάσιμο μπουντρούμι περιορισμός συγκράτηση απαγόρευση υποταγή φυλακή παγίδα ζόρι εισβολή αναστολή καραντίνα πίεση δέσιμο αποθήκευση εξάρτηση εξορία κατάκτηση κλείδωμα κυριαρχία κόλλημα μπλοκάρισμα παρακράτηση παρεμπόδιση τυραννία υποχρέωση φρένο φραγή φύλαξη απορρόφηση απόφραξη εμπόδιση παρακώλυση περιφρούρηση προσκόλληση συμφόρηση φάκα ακινητοποίηση παγίδευση επιβολή ευθύνη έλεγχος όριο φορτίο θανάτωση φραγμός χειρισμός δολοφονία ψάρεμα προσάρτηση σφίξιμο φράξιμο
Παραδείγματα χρήσης
- Η απελευθέρωση της πόλης γιορτάστηκε με πυροτεχνήματα.
- Το δικαστήριο διέταξε την απελευθέρωση του κατηγορουμένου υπό όρους.
- Η απελευθέρωση των συναισθημάτων του μετά το τραύμα ήταν ανακουφιστική.
- Στο πείραμα παρατηρήθηκε έντονη απελευθέρωση ενέργειας.
- Η απελευθέρωση της νέας έκδοσης λογισμικού είναι προγραμματισμένη για αύριο.