απελευθέρωση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή πράξη με την οποία κάποιος ή κάτι απαλλάσσεται από φυλάκιση, καταπίεση ή δεσμά και αποκτά ελευθερία κινήσεων ή επιλογών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απελευθέρωση της πόλης γιορτάστηκε με πυροτεχνήματα.
  • Το δικαστήριο διέταξε την απελευθέρωση του κατηγορουμένου υπό όρους.
  • Η απελευθέρωση των συναισθημάτων του μετά το τραύμα ήταν ανακουφιστική.
  • Στο πείραμα παρατηρήθηκε έντονη απελευθέρωση ενέργειας.
  • Η απελευθέρωση της νέας έκδοσης λογισμικού είναι προγραμματισμένη για αύριο.