απεμπλοκή
ουσιαστικόΗ ενέργεια ή διαδικασία της απελευθέρωσης από εμπλοκή, φραγή ή συμφόρηση, με σκοπό την αποκατάσταση της ελεύθερης ροής, κίνησης, λειτουργίας ή προόδου.
Συνώνυμα
αποσυμπλοκή απομπλοκή ξεμπλοκάρισμα αποδέσμευση απελευθέρωση άρση ξεκόλλημα απεγκλωβισμός ξεκλείδωμα αποσύνδεση αποκόλληση λύση διευθέτηση επίλυση αποστασιοποίηση απόσυρση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απεμπλοκή του δρόμου έγινε μετά το μάζεμα των συντριμμιών.
- Η απεμπλοκή των κονδυλίων εξαρτάται από την υπογραφή του υπουργού.
- Η απεμπλοκή του κινητού απαιτεί τον κωδικό του παρόχου.
- Η απεμπλοκή των μονάδων από τη ζώνη συγκρούσεων έγινε σταδιακά.
- Για να προχωρήσει, χρειάζεται η απεμπλοκή από το παρελθόν.