κυριαρχία

ουσιαστικό

1. Η υπέρτατη και ανεξάρτητη εξουσία ενός κράτους ή φορέα να θεσπίζει νόμους, να εφαρμόζει κανόνες και να εκπροσωπεί την πολιτική οντότητα σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κυριαρχία του κράτους αναγνωρίζεται διεθνώς.
  • Η κυριαρχία στον αέρα ήταν καθοριστική για τη νίκη.
  • Η κυριαρχία της εταιρείας στην αγορά οφείλεται στην καινοτομία της.
  • Η κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας επηρεάζει την εκπαίδευση πολλών χωρών.
  • Η κυριαρχία του μυαλού πάνω στα συναισθήματα απαιτεί εξάσκηση.