διαφυγή

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή πράξη κατά την οποία πρόσωπο ή ζώο απομακρύνεται από κράτηση, περιορισμό ή κίνδυνο, αποκτώντας ελευθερία κινήσεων.

2. Ενέργεια αποφυγής ή διαφυγής από υποχρεώσεις, ευθύνες ή έλεγχο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαφυγή των κρατουμένων οργανώθηκε από μέσα.
  • Χρειάζομαι μια διαφυγή από τη ρουτίνα της πόλης.
  • Υπήρξε διαφυγή αερίου από τον αγωγό, γι' αυτό εκκενώθηκε η περιοχή.
  • Η διαφυγή εμπιστευτικών εγγράφων στο διαδίκτυο προκάλεσε δικαστική έρευνα.
  • Η διαφυγή μέσω της μουσικής του πρόσφερε ανακούφιση μετά από μια δύσκολη μέρα.