αποδέσμευση
ουσιαστικό1. Δράση ή διαδικασία κατά την οποία κάτι παύει να συγκρατείται ή να υπόκειται σε περιορισμούς, ώστε να γίνει ελεύθερο ή διαθέσιμο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δέσμευση παρακράτηση μπλοκάρισμα κράτηση κράτημα δεσμός αλυσίδα δεσμά ομηρία προσκόλληση κατάσχεση περιορισμός συγκράτηση απαγόρευση εγκλεισμός εγκλωβισμός εμπλοκή εξάρτηση κατάληψη καταστολή κλείδωμα κόλλημα παγίδευση παρεμπόδιση σύζευξη φύλαξη σύλληψη χειροπέδες λαβή σύνδεσμος αιχμαλωσία ανάθεση αναχαίτιση αρπαγή καθήλωση πιάσιμο προσάρτηση προσήλωση συγχώνευση υποδούλωση δέσιμο προμήθεια συνένωση φραγμός περιφρούρηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποδέσμευση των ομήρων έγινε μετά τη συμφωνία.
- Η αποδέσμευση των κονδυλίων θα γίνει μόλις εγκριθεί ο προϋπολογισμός.
- Μετά την ταυτοποίηση επακολούθησε η αποδέσμευση του τραπεζικού λογαριασμού.
- Η αποδέσμευση της μνήμης από την εφαρμογή βελτίωσε την απόδοση του συστήματος.
- Η αποδέσμευση των αρχείων από την υπηρεσία επέτρεψε την πρόσβαση των δημοσιογράφων.