ανεξαρτησία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία άτομο, ομάδα ή οντότητα έχει τη δυνατότητα να παίρνει αποφάσεις και να ενεργεί χωρίς εξωτερική επιβολή ή υποταγή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανεξαρτησία της χώρας εορτάζεται κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου.
  • Η οικονομική ανεξαρτησία του νέου ζευγαριού τους έδωσε αυτοπεποίθηση.
  • Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι θεμέλιος λίθος της δημοκρατίας.
  • Για αξιόπιστα αποτελέσματα απαιτείται ανεξαρτησία των ερευνητικών ομάδων από πολιτικές πιέσεις.
  • Η ανεξαρτησία στην καθημερινή ζωή σημαίνει να παίρνεις αποφάσεις χωρίς εξαρτήσεις.