δεσμά

ουσιαστικό

1. Αντικείμενα ή μέσα που συγκρατούν, δένουν ή περιορίζουν την ελευθερία κίνησης ή δράσης (π.χ. σχοινιά, αλυσίδες, χειροπέδες).

Συνώνυμα

αλυσίδες δεσίματα δεσμό χειροπέδες ζυγοί πλέγματα περιορισμοί δεσμεύσεις σκλαβιά δουλεία αλυσίδα ζυγός δέσμη περιλαίμια σχέσεις

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φυλακισμένος κατάφερε να σπάσει τα δεσμά και να δραπετεύσει.
  • Τα δεσμά της φιλίας τους ήταν πιο δυνατά από τις δυσκολίες.
  • Υποσχέθηκε να τηρήσει τα δεσμά του συμβολαίου.
  • Πρέπει να απελευθερωθούμε από τα δεσμά της τυραννίας.
  • Τα δεσμά της παράδοσης τον κρατούσαν κοντά στην πατρίδα.