ευθύνη
ουσιαστικό1. Η κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα πρόσωπο, ομάδα ή φορέας καλείται να αναλάβει, να διεκπεραιώσει ή να επιβλέψει συγκεκριμένες ενέργειες και αποφάσεις, καθώς και να λογοδοτήσει για τα αποτελέσματά τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευθύνη για την καθαριότητα του γραφείου είναι δική μου.
- Ο διευθυντής φέρει την ευθύνη για τα οικονομικά λάθη της εταιρείας.
- Η ευθύνη για το ατύχημα βαραίνει τον οδηγό.
- Ανέλαβα την ευθύνη του έργου μέχρι να ολοκληρωθεί.
- Η ευθύνη για την προστασία του περιβάλλοντος ανήκει σε όλους.