υποχρέωση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο ή φορέας δεσμεύεται να προβεί σε συγκεκριμένη πράξη ή να τηρήσει προδιαγεγραμμένη συμπεριφορά λόγω νόμου, συμφωνίας ή ηθικής απαίτησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υποχρέωση του μισθωτή να πληρώνει το ενοίκιο αναφέρεται στο συμβόλαιο.
  • Έχουμε την υποχρέωση να προστατεύουμε το περιβάλλον για τις επόμενες γενιές.
  • Η εταιρεία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της προς τους προμηθευτές και προκλήθηκαν καθυστερήσεις.
  • Η υποχρέωση χρήσης ζώνης ασφαλείας προβλέπεται από τον νόμο.
  • Ο δάσκαλος ένιωσε την υποχρέωση να ενημερώσει τους γονείς για την πρόοδο του παιδιού.