έλεγχος
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία επαλήθευσης και επιθεώρησης στοιχείων, λειτουργιών ή εγγράφων για να διαπιστωθεί η ορθότητα, η ακρίβεια ή η συμμόρφωση με προδιαγραφές.
Συνώνυμα
επιθεώρηση επαλήθευση τσεκάρισμα τσεκ κουμάντο επίβλεψη εποπτεία επιτήρηση εξέταση επιβεβαίωση έρευνα διασταύρωση ανασκόπηση επισκόπηση αναθεώρηση διαπίστωση αξιολόγηση διερεύνηση αυτοψία επίσκεψη κατοχή τιμόνι λαβή κυριαρχία συγκράτηση χειρισμός ανάσχεση ψάξιμο δοκιμή τεστ σάρωση σκανάρισμα δοκιμασία παρακολούθηση ανίχνευση θεώρηση εξουσία διοίκηση κριτική διαχείριση μπλόκο περιορισμός ρύθμιση συντήρηση απολογισμός αυτοέλεγχος επικύρωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο έλεγχος των αποσκευών στο αεροδρόμιο διήρκεσε λίγα λεπτά.
- Η διευθύντρια έχει τον πλήρη έλεγχο του έργου.
- Πραγματοποιήσαμε έλεγχο ποιότητας πριν την αποστολή των προϊόντων.
- Ο γιατρός συνέστησε γενικό έλεγχο υγείας.
- Ο φορολογικός έλεγχος αποκάλυψε κάποια λάθη στους λογαριασμούς.