χειρισμός

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή σειρά ενεργειών με την οποία χειρίζεται κάποιος ή γίνεται χρήση ενός εργαλείου, μηχανής, οργάνου ή συσκευής για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο χειρισμός του μηχανήματος απαιτεί ειδική εκπαίδευση.
  • Ο χειρισμός των προσωπικών δεδομένων πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον νόμο.
  • Ο χειρισμός της κρίσης από τη διοίκηση ήταν ψύχραιμος και αποτελεσματικός.
  • Ο χειρισμός των εργαλείων στο χειρουργείο απαιτεί απόλυτη ακρίβεια.
  • Ο χειρισμός της κοινής γνώμης από τα ΜΜΕ μπορεί να επηρεάσει τις εκλογές.