αποσυμφόρηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή κατάσταση μείωσης της συμφόρησης ή του φόρτου σε χώρο, υπηρεσία, δίκτυο ή σύστημα, με αποτέλεσμα τη μείωση του συνωστισμού ή της πίεσης.
Συνώνυμα
αποσυμφόρτιση αποφόρτιση αποφορτίωση ξεμπλοκάρισμα ελάφρυνση αποσυγκέντρωση εκτόνωση αποσυμπίεση απελευθέρωση εξομάλυνση διευθέτηση άρση χαλάρωση εκκένωση ξεμπέρδεμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποσυμφόρηση των δρόμων επιτεύχθηκε με τη δημιουργία νέων λεωφορειολωρίδων.
- Η αποσυμφόρηση των νοσοκομείων ήταν απαραίτητη λόγω του αυξημένου κύματος ασθενών.
- Η αποσυμφόρηση των κέντρων φιλοξενίας βελτίωσε τις συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων.
- Η αποσυμφόρηση των λιμανιών επιτάχυνε την εισαγωγή και διανομή αγαθών.
- Η αποσυμφόρηση των φυλακών προωθήθηκε με την εφαρμογή εναλλακτικών ποινών και προγραμμάτων επανένταξης.