παγίδευση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή διαδικασία σύλληψης, ακινητοποίησης ή εγκλωβισμού ζώου, προσώπου ή αντικειμένου με τη χρήση παγίδας, μηχανισμού ή κατάλληλης μεθόδου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παγίδευση του λαγού στο ξύλινο κλουβί έγινε με υπομονή.
  • Η παγίδευση των εχθρικών δυνάμεων στην κοιλάδα ήταν μέρος της στρατηγικής.
  • Η παγίδευση της συνομιλίας με κρυφές συσκευές κρίθηκε παράνομη από το δικαστήριο.
  • Ένιωσε την παγίδευση του σε μια δουλειά που δεν τον ικανοποιούσε.
  • Η παγίδευση θερμότητας στην ατμόσφαιρα επιτείνει το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
  • Η παγίδευση των κατοίκων στο ερειπωμένο κτίριο ανάγκασε τις αρχές να οργανώσουν διάσωση.