εγκλωβισμός
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία άτομο ή αντικείμενο βρίσκονται παγιδευμένοι ή αποκλεισμένοι και αδυνατούν να εξέλθουν ή να κινηθούν ελεύθερα λόγω φυσικών εμποδίων, περιβαλλοντικών συνθηκών ή τεχνικών/μηχανικών περιορισμών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εγκλωβισμός των κατοίκων στο κτήριο κράτησε ώρες μέχρι να φτάσει η βοήθεια.
- Ο εγκλωβισμός των οχημάτων στην εθνική οδό προκλήθηκε από την πυκνή ομίχλη.
- Ο εγκλωβισμός που ένιωθε στη δουλειά τον ανάγκασε να αναζητήσει αλλαγή στον τρόπο ζωής.
- Ο εγκλωβισμός της χώρας σε αδιέξοδες πολιτικές αποφάσεις επιβράδυνε τις μεταρρυθμίσεις.
- Ο εγκλωβισμός των προσφύγων στη νησίδα απαίτησε διεθνή παρέμβαση.