αιχμαλωσία
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία άτομο, ομάδα ή ζώο βρίσκεται υπό τον έλεγχο ή την κράτηση άλλου, με περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας και δυνατότητας μετακίνησης.
Συνώνυμα
αιχμαλωτισμός ομηρία σύλληψη φυλάκιση κράτηση εγκλεισμός δουλεία υποδούλωση σκλαβιά εγκλωβισμός λήψη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αιχμαλωσία των στρατιωτών προκάλεσε διεθνή κατακραυγή.
- Πέρασε πολλά χρόνια σε αιχμαλωσία πριν τελικά απελευθερωθεί.
- Στο μουσείο υπάρχει έκθεση για την ιστορία της αιχμαλωσίας κατά τους πολέμους.
- Οι ακτιβιστές κατήγγειλαν την αιχμαλωσία πολιτικών κρατουμένων.
- Η αιχμαλωσία ορισμένων άγριων ζώων σε ζωολογικούς κήπους έχει διχάσει την κοινή γνώμη.