καταπίεση
ουσιαστικό1. Συσσωρευμένη ή συστηματική άσκηση εξουσίας, βίας ή περιορισμών από άτομα, ομάδες ή θεσμούς εις βάρος άλλων, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση, τον αποκλεισμό ή τη συστηματική στέρηση δικαιωμάτων, ελευθεριών και ευκαιριών τους.
Συνώνυμα
καταστολή απώθηση τυραννία υποταγή υποδούλωση δουλεία εκμετάλλευση κακοποίηση κατάχρηση εκφοβισμός διωγμός πίεση κακομεταχείριση ζυγός καταναγκασμός στέρηση βία πνίξιμο ζόρισμα υπονόμευση επιβολή παραβίαση αδικία σκληρότητα δεσποτεία σκλαβιά εξαναγκασμός αυταρχισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καταπίεση των αναμνήσεων μπορεί να επηρεάσει την ψυχική υγεία.
- Η καταπίεση των πολιτικών ελευθεριών οδήγησε σε μαζικές διαδηλώσεις.
- Στον χώρο εργασίας, η καταπίεση των νέων ιδεών οδηγεί σε στασιμότητα.
- Η καταπίεση του ανοσοποιητικού συστήματος αυξάνει τον κίνδυνο λοιμώξεων.
- Η καταπίεση στο στήθος προκάλεσε έντονο πόνο και δυσκολία στην αναπνοή.