υποδούλωση
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή διαδικασία κατά την οποία άτομο, ομάδα ή λαός χάνει την ελευθερία και την αυτονομία του λόγω βίας, καταναγκασμού ή εξαναγκαστικής κυριαρχίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η υποδούλωση των αιχμαλώτων ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στην αρχαιότητα.
- Η υποδούλωση ενός λαού σε ξένη δύναμη προκάλεσε μακροχρόνιο πόνο και αντίδραση.
- Η υποδούλωση στην τεχνολογία μπορεί να περιορίσει την προσωπική μας ελευθερία.
- Η υποδούλωση στο πάθος του τον έκανε να χάσει την κρίση του και τις σχέσεις του.
- Η διεθνής κοινότητα καταδίκασε την υποδούλωση ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.