χειροπέδες

ουσιαστικό

1. Συσκευή περιορισμού κίνησης αποτελούμενη από δύο συνδεδεμένους δακτυλίους, συνήθως μεταλλικούς, που κλειδώνουν γύρω από τους καρπούς για την προσωρινή κράτηση ή ακινητοποίηση ενός ατόμου.

Συνώνυμα

χειροδέματα χειροδέσμια σιδεροπέδες πέδες πέδη δεσμά σιδεροδέσμια αλυσίδες

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αστυνομικός του πέρασε τις χειροπέδες.
  • Του φόρεσαν χειροπέδες και τον οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα.
  • Στο μουσείο εκτίθενται χειροπέδες του 19ου αιώνα.
  • Οι οικονομικές δεσμεύσεις λειτούργησαν σαν χειροπέδες για την επιχείρηση.
  • Βρήκαν τις χειροπέδες παλιές και σκουριασμένες στο συρτάρι.