ομηρία
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία ένα ή περισσότερα πρόσωπα κρατούνται παρά τη θέλησή τους από άλλους, συνήθως με σκοπό τον εκβιασμό, την επιβολή απαιτήσεων ή την επίτευξη πολιτικών ή οικονομικών στόχων.
Συνώνυμα
αιχμαλωσία αιχμαλωτισμός απαγωγή κρατηση συγκράτηση δέσμευση δουλεία σκλαβιά φυλάκιση εγκλωβισμός παγίδευση παρακράτηση κατοχή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι διαρρήκτες κρατούν σε ομηρία τρεις υπαλλήλους του κτιρίου.
- Η ομηρία έληξε μετά από διαπραγματεύσεις πολλών ωρών.
- Οι πολίτες νιώθουν ότι βρίσκονται σε ομηρία της ακρίβειας.
- Χωρίς λύση, η χώρα παραμένει σε ομηρία του εξωτερικού χρέους.
- Οι επιβάτες έμειναν σε ομηρία στο αεροπλάνο μέχρι να επιδιορθωθεί το πρόβλημα.