ψάρεμα
ουσιαστικό1. Πράξη ή διαδικασία σύλληψης ψαριών και άλλων υδρόβιων οργανισμών σε θάλασσα, λίμνη, ποτάμι ή άλλο υδάτινο χώρο, συνήθως με τη χρήση δολώματος και ειδικού εξοπλισμού (καλάμι, πετονιά, δίχτυ, παγίδες κ.ά.).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγαμε για ψάρεμα στη λίμνη το πρωί.
- Το ψάρεμα με ηρεμεί μετά από μια κουραστική εβδομάδα.
- Το ψάρεμα σε αγώνες απαιτεί τεχνική και υπομονή.
- Έπεσε θύμα ψάρεμα μέσω email και έχασε προσωπικά δεδομένα.
- Κάνει ψάρεμα επαίνων κάθε φορά που μιλάει για τις επιτυχίες του.