φύλαξη

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή κατάσταση της προστασίας και επιτήρησης προσώπων, χώρων ή αντικειμένων από κίνδυνο, απώλεια ή ανεπιθύμητη πρόσβαση.

2. Η υπηρεσία, μέριμνα ή μέτρο που λαμβάνεται για την ασφάλεια και εποπτεία περιουσίας, εγκαταστάσεων ή γεγονότων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η φύλαξη των αρχαιοτήτων στο μουσείο είναι καθήκον των επιμελητών.
  • Θα αφήσω τα κλειδιά μου για φύλαξη στη ρεσεψιόν.
  • Το εργοστάσιο διαθέτει 24ωρη φύλαξη.
  • Η προσωρινή φύλαξη του παιδιού ανατέθηκε στον παππού μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες.
  • Για τη φύλαξη του σκύλου μας κατά τις διακοπές κλείσαμε θέση σε πανσιόν.