περιφρούρηση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια και αποτέλεσμα της φύλαξης ή προστασίας προσώπου, χώρου, πράγματος ή διαδικασίας από εξωτερικές απειλές, εισβολές ή ανεπιθύμητες επεμβάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η περιφρούρηση της πύλης ανατέθηκε σε ιδιωτική εταιρεία.
  • Η περιφρούρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ευθύνη της πολιτείας.
  • Η περιφρούρηση της συνέλευσης απέτρεψε την είσοδο προβοκατόρων.
  • Η περιφρούρηση των προσωπικών δεδομένων αποτελεί προτεραιότητα για την εταιρεία.
  • Η περιφρούρηση των συνόρων ενισχύθηκε μετά τα τελευταία επεισόδια.