απόφραξη
άλλοΣτένωση ή φράξιμο σε πέρασμα, σωλήνα, οδό ή δίοδο, που εμποδίζει ή δυσκολεύει τη διέλευση υγρών, αέρα ή αντικειμένων.
Συνώνυμα
φράξιμο βούλωμα μπλοκάρισμα αποκλεισμός φραγή φράγμα εμπόδιο συμφόρηση στένωση θρόμβωση μπλόκο κλείσιμο έμφραγμα εμπόδιση μπλοκ παρακώλυση εμβολή σφράγιση εμπλοκή συσσώρευση αδιέξοδο εμπόδισμα
Αντώνυμα
άνοιγμα διάνοιξη αποσυμφόρηση ξεβούλωμα ξεμπλοκάρισμα καθαρισμός δίαυλος δίοδος χαραμάδα απελευθέρωση εκκένωση αποσυμπίεση κυκλοφορία πόρος διαπερατότητα ροή
Παραδείγματα χρήσης
- Καλέσαμε τεχνικό για απόφραξη του νεροχύτη.
- Η απόφραξη της καρωτίδας αυξάνει τον κίνδυνο εγκεφαλικού.
- Η απόφραξη των αεραγωγών απαιτεί άμεση παρέμβαση.
- Η απόφραξη των σωλήνων προκάλεσε υπερχείλιση και ζημιές στο υπόγειο.
- Η απόφραξη της εισόδου του λιμανιού καθυστέρησε τη φόρτωση των πλοίων.