φορτίο
ουσιαστικό1. Σωρευμένη μάζα ή βάρος αντικειμένων που μεταφέρονται, στηρίζονται ή περιέχονται σε όχημα, δοχείο ή άλλη επιφάνεια.
Συνώνυμα
εμπόρευμα παρτίδα βάρος φόρτος επιβάρυνση φόρτιση βαρύτητα δέμα πακέτο αποστολή μπαγιάζι μπαγάζι υλικό αντίβαρο ευθύνη ποσότητα περιεχόμενο ηλεκτρισμός καταπόνηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φορτίο του πλοίου περιείχε μηχανήματα και τρόφιμα.
- Το ηλεκτρικό φορτίο του αγωγού μετρήθηκε με ακρίβεια.
- Το φορτίο της ευθύνης βάραινε στους ώμους του διευθυντή.
- Το φορτίο στο διακομιστή αυξήθηκε μετά το λανσάρισμα της εφαρμογής.
- Το φορτίο στη γέφυρα υπολογίστηκε από τους μηχανικούς.