ανθεκτικότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή ικανότητα ενός υλικού, αντικειμένου ή οργανισμού να αντιστέκεται στη φθορά, στις καταπονήσεις ή στις εξωτερικές επιδράσεις και να διατηρεί τη λειτουργία ή τη μορφή του.
Συνώνυμα
αντοχή αντίσταση επιμονή σθεναρότητα τσαγανό ευρωστία σταθερότητα επιβίωση ανοσία υπομονή ελαστικότητα σκληρότητα βιωσιμότητα μαχητικότητα ανοχή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανθεκτικότητα του νέου κράματος απέδειξε ότι είναι κατάλληλο για αεροναυπηγικές εφαρμογές.
- Η ανθεκτικότητα της ομάδας βοήθησε τα μέλη να αντιμετωπίσουν τις συνεχείς αποτυχίες.
- Η ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων στην κλιματική αλλαγή απαιτεί μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις.
- Η ανθεκτικότητα της οικονομίας εξαρτάται από την ποικιλία των πηγών εισοδήματος και τις επενδύσεις σε υποδομές.
- Η ανθεκτικότητα ενός οργανισμού σε μολύνσεις επηρεάζεται από τη διατροφή, τον ύπνο και τον τρόπο ζωής.