ευαλωτότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα πρόσωπο, αντικείμενο, σύστημα ή διαδικασία μπορεί να υποστεί βλάβη, ζημία ή αρνητική επίδραση λόγω εσωτερικών ή εξωτερικών παραγόντων.
Συνώνυμα
ευπάθεια ευαλωσία αδυναμία ευθραυστότητα ευαισθησία επιρρέπεια επιδεκτικότητα ανασφάλεια έκθεση κενό
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη ευαλωτότητα σε λοιμώξεις.
- Η νέα ενημέρωση επιδιόρθωσε μια σοβαρή ευαλωτότητα στο λογισμικό.
- Η ευαλωτότητα στις διαπροσωπικές σχέσεις μπορεί να οδηγήσει σε βαθύτερη εμπιστοσύνη.
- Η παράκτια περιοχή παρουσιάζει μεγάλη ευαλωτότητα στις κλιματικές αλλαγές.
- Η οικονομική κρίση αποκάλυψε την ευαλωτότητα των μικρών επιχειρήσεων.