ευθραυστότητα
ουσιαστικόΗ ιδιότητα ή η κατάσταση ενός αντικειμένου, υλικού ή συστήματος να σπάζει, να καταστρέφεται ή να φθείρεται εύκολα κάτω από πίεση, χτύπημα ή αλλαγή συνθηκών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευθραυστότητα των γυάλινων αντικειμένων απαιτεί προσεκτικό χειρισμό.
- Μετά την επέμβαση, η ευθραυστότητα της υγείας του ήταν εμφανής.
- Η οικονομική ευθραυστότητα της χώρας έγινε πιο έντονη στην κρίση.
- Η ευθραυστότητα των σχέσεων φαίνεται όταν λείπει η εμπιστοσύνη.
- Με την ηλικία αυξάνεται συχνά η ευθραυστότητα των οστών.