μεταβολή
ουσιαστικό1. Η κατάσταση κατά την οποία κάτι αλλάζει, μετασχηματίζεται ή παρουσιάζει διαφορά σε σχέση με πριν.
2. Η πράξη ή η διαδικασία της αλλαγής από μια μορφή, κατάσταση ή ποσότητα σε άλλη.
Συνώνυμα
αλλαγή τροπή μεταστροφή μετάπτωση εξέλιξη αλλοίωση εναλλαγή μετάβαση μετατόπιση μεταρρύθμιση παραλλαγή διακύμανση μεταλλαγή διαφοροποίηση κίνημα αναστροφή ανατροπή επανάσταση κινητικότητα προσαρμογή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μεταβολή της θερμοκρασίας ήταν αισθητή από το πρωί.
- Σημειώθηκε μεταβολή στο πρόγραμμα της συνάντησης.
- Η οικονομική μεταβολή επηρέασε πολλά νοικοκυριά.
- Η μεταβολή του χρώματος στα φύλλα δείχνει το φθινόπωρο.
- Η ξαφνική μεταβολή στη συμπεριφορά του μας ανησύχησε.