αμφιταλάντευση

ουσιαστικό

Κατάσταση ψυχικής ή διανοητικής αβεβαιότητας κατά την οποία ένα άτομο διστάζει και εναλλάσσεται ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες επιλογές, απόψεις ή συναισθήματα χωρίς να καταλήγει σε οριστική απόφαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αμφιταλάντευση του απέτρεψε να αποδεχτεί την πρόταση.
  • Οι ψηφοφόροι παρατήρησαν την αμφιταλάντευση του κόμματος στα κρίσιμα ζητήματα.
  • Η αμφιταλάντευση μεταξύ καθήκοντος και συναισθήματος τον βασάνιζε.
  • Η αμφιταλάντευση της κοινής γνώμης άλλαξε την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου.
  • Παρά την αμφιταλάντευση, τελικά προχώρησαν στην επένδυση.