ασφάλεια
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία άτομο, αντικείμενο ή σύστημα είναι απαλλαγμένο από κίνδυνο, απειλή ή βλάβη.
2. Μέτρα, συσκευές ή πρωτόκολλα που αποσκοπούν στη μείωση κινδύνου ή στην προστασία ατόμων, περιουσίας ή πληροφοριών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κίνδυνος ανασφάλεια αβεβαιότητα απειλή κρίση παγίδα βόμβα ανησυχία διάρρηξη αγωνία επιβουλή νάρκη ξυλοδαρμός διωγμός εκφοβισμός ευαλωτότητα κακοποίηση φάκα ρίσκο ευπάθεια επικινδυνότητα όπλο στοίχημα χτύπημα φόβος μπελάς βία τραύμα άγχος προσβολή προαίσθημα συναγερμός περιπέτεια βλάβη πυροβολισμός παραβίαση σκηνή τρόμος παρενόχληση χειροβομβίδα μαφία αμηχανία απελπισία δοκιμασία λουτρό πρόκληση σαγήνη σφαγή τραυματισμός φρίκη έγνοια αστάθεια βιαιότητα κακουχία μακελειό πυροβόλο έκθεση ζημιά επίθεση ξίφος πυρομαχικά ατύχημα αναρχία ανομία δυσπιστία ναυάγιο χάσιμο διατάραξη θραύση εκβιασμός
Παραδείγματα χρήσης
- Νιώθω μεγάλη ασφάλεια όταν φοράω τη ζώνη.
- Η ασφάλεια του δικτύου πρέπει να ενισχυθεί με ισχυρούς κωδικούς και ενημερώσεις.
- Έκλεισα ασφάλεια για το αυτοκίνητο πριν το ταξίδι.
- Η σύμβαση προσφέρει ασφάλεια στον εργαζόμενο για τα επόμενα δύο χρόνια.
- Έβαλε ασφάλεια στην πόρτα για να μην ανοίγει κανείς από έξω.